Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Agaricaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Agaricaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Omphalotus Olearius (DC.) Singer.



Φύλλο: Basidiomycota
Κλάση: Agaricomycetes
Τάξη: Agaricales
Οικογένεια: Marasmiaceae
Γένος: Omphalotus
Είδος: Omphalotus Olearius (DC.) Singer.



Ο Ομφαλωτός των Ελαιώνων (Omphalotus οlearius) είναι ένα όμορφο και κοινό είδος της περιοχής μας.
Περιγράφηκε πρώτη φορά από τον Ελβετό μυκολόγο Augustin Pyramis De Candole (1834 – 1912).
Ανήκει στην οικογένεια Marasmiacea. Το συναντάμε σε δάση πλατύφυλλων, στη ρίζα δέντρων, ή σε κορμούς και πρέμνα, από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο (στην περιοχή μας συνήθως Σεπτέμβριο με Νοέμβριο).
Το καπέλο του έχει διάμετρο 5-15 εκατοστά.
 Είναι τοξικό μανιτάρι, και αν φαγωθεί, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές γαστρεντερικές διαταραχές.
Χρειάζεται πολλή προσοχή στην αναγνώριση, διότι κάποιος άπειρος μπορεί να το μπερδέψει με κάποια είδη του γένους Cantharellus.



Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Amanita pantherina


Amanita pantherina


Φύλλο: Basidiomycota
Κλάση: Agaricomycetes
Τάξη: Agaricales
Οικογένεια: Amanitaceae
Γένος: Amanita
Είδος:Amanita pantherina









 
Αλλα ονόματα: Ζουρλομανίταρο, Amanite panthère, Muchomor plamisty, Мухомор пантерный.

Ο Αμανίτης ο πάνθηρας (Amanita pantherina)είναι ένα όμορφο είδος της οικογένειας Amanitaceae, αρκετά συνηθισμένο στην περιοχής μας. Είναι τοξικό μανιτάρι και σε κάποιες περιπτώσεις θανατηφόρο.
Περιγράφηκε πρώτη φορά από τον Ελβετό μυκολόγο Augustin Pyramis De Candole (1834 – 1912).
Το συναντάμε συνήθως από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο σε δάση πλατύφυλλων.
Το καπέλο του έχει διάμετρο 5 – 12 εκ. και είναι χρώματος καφετί (φουντουκί) ή γκριζοκαφετί, με λευκές νιφάδες οι οποίες σταδιακά εξαφανίζονται. Έχει λευκά ελάσματα και σάρκα. Φέρει λευκό δακτυλίδι και λευκό - γκρι πόδι, στη βάση του οποίου έχει λευκή βόλβα από την οποία ξεπροβάλει. Προκαλεί πανθιρινικό σύνδρομο, με συμπτώματα κυρίως νευρολογικά, που μπορούν να διαρκέσουν έως και 15 ώρες. 
Είναι πολύ επικίνδυνο μανιτάρι και μπορεί να προκαλέσει έως και θάνατο.



  Προσοχή τοξικό μανιτάρι

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Cantharellus cibarius Fr.


Cantharellus cibarius Fr.






















Φύλλο: Basidiomycota
Κλάση: Agaricomycetes
Τάξη: Cantharellales
Οικογένεια: Cantharellaceae
Γένος: Cantharellus
Είδος: C. cibarius


Συνώνυμα: Agaricus cantharellus L. , Cantharellus vulgaris Gray, Cantharellus cibarius var. pallidus R. Schulz, Cantharellus cibarius var. neglectus (M. Souché) Sacc, Cantharellus cibarius umbrinus R. Heim, Merulius alectorolophoides (Schaeff.) J. F. Gmel, Alectorolophoides cibarius (Fr.) anon. 


Περιγράφηκε  από τον Σουηδό βοτανολόγο Elias Magnus Fries (1794 – 1878).

 
Άλλα ονόματα: Chanterelle, Echter Pfifferling, Girolle, Лисичка обыкновенная, κιτρινούσκα, νεραντζάκι, (Γ)καϊτσα.

 
Το Cantharellus cibarius, ή Νεραντζάκι, όπως είναι γνωστό στην Ελλάδα, είναι ένα από τα πιο γνωστά φαγώσιμα μανιτάρια στην Ευρώπη.
Έχει ύψος 3-10εκ. και καπέλο με διάμετρο 2-8 εκατοστά. Το καπέλο του, όπως και το υπόλοιπο μανιτάρι, έχει κίτρινο ή ωχροκίτρινο χρώμα. Η περιφέρεια του καπέλου είναι κυματιστή και έχει σχήμα χωνιόμορφο στην ωριμότητα. Η κάτω επιφάνειά του έχει διχαλωτά ψευδοελάσματα, που καταλήγουν στο πάνω μέρος του ποδιού, και το πόδι του έχει ύψος 3-8 εκατοστά.
Το συναντάμε από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο σε δάση πλατύφυλλων και κωνοφόρων, συνήθως σε ομάδες, κοντά σε δέντρα με τα οποία αναπτύσσει μυκορριζική συμβίωση.
 Είναι σχετικά εύκολο στην αναγνώριση και μοιάζει με το Hygrophoropsis aurantiaca, (ψευδοκανθαρίσκος), μανιτάρι επίσης φαγώσιμο, και με το Omphalotus olearius το οποίο είναι τοξικό μανιτάρι.
Είναι νόστιμο μανιτάρι το οποίο μαγειρεύεται με πολλούς τρόπους. Γίνεται μάλιστα και ωραίο τουρσί, ακόμη και λικέρ.
Περιέχει βιταμίνες C,D, B2, B3, B5, B6, Ψευδάργυρο, Φώσφορο, Μαγνήσιο και άλλα ωφέλιμα στοιχεία.
Προσβάλλεται δύσκολα από έντομα και είναι αρκετά ανθεκτικό.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Agaricus xanthodermus var. griseus (Pers.) Bon & Capelli
































Φύλλο: Basidiomycota
Κλάση: Agaricomycetes
Τάξη: Agaricales
Οικογένεια: Agaricaceae
Γένος: Agaricus
Είδος: Agaricus xanthodermus var. griseus (Pers.) Bon & Capelli


Το Agaricus xanthodermus ανήκει στο γένος Agaricus, (αγαρικά) και το συναντάμε από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο κάτω από δενδροστοιχίες σε λιβάδια και ξέφωτα.
Έχει στρογγυλό καπέλο με επίπεδη κορυφή, που γίνεται κυρτό σε πιο ώριμη φάση. Το χρώμα του είναι λευκό με γκριζωπά “λέπια”.
Τα ελάσματά του είναι λευκά αρχικά, και γίνονται ροζ και μωβ-καφέ όταν ωριμάσει, ενώ τα σπόρια του είναι σκούρου καφέ χρώματος.
Έχει δαχτυλίδι λευκού χρώματος με κιτρινωπή περίμετρο. Το πόδι του είναι επίσης λευκό.
Όταν κοπεί κιτρινίζει έντονα, ιδιότητα που το χαρακτηρίζει.
Είναι τοξικό μανιτάρι, με πολύ έντονη μυρωδιά που θυμίζει μελάνι, φαινόλη, ή ιώδιο.
Χρειάζεται πολλή προσοχή στην αναγνώριση, διότι το γένος agaricus (αγαρικά) εκτός από φαγώσιμα είδη περιλαμβάνει και κάποια τοξικά, όπως το Agaricus xanthodermus, και είναι πολύ εύκολο να γίνει το λάθος.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Macrolepiota mastoidea (Fr.) Singer


Macrolepiota mastoidea (Fr.) Singer
Φύλλο: Basidiomycota
Κλάση: Agaricomycetes
Τάξη: Agaricales
Οικογένεια: Agaricaceae
Γένος: Macrolepiota
Είδος: Μ. mastoidea (Fr.) Singer

 
 Συνώνυμα: Agaricus Mastoideus, Lepiota excoriata mastoidea (Fr.) Quel.


Περιγράφηκε πρώτη φορά από τον Σουηδό βοτανολόγο και μυκητολόγο Elias Magnus Fries (1794 – 1878), ως Agaricus mastoideus.

Rolf Singer (1906 – 1994). Γερμανός μυκητολόγος.





Άλλα ονόματα: Czubajka sutkowata, Lépiote mammelonnée, Slender Parasol, Гриб-зонтик сосцевидный, Zitzen-Riesenschirmling, Μακρολεπιότα η μαστοειδής, Apagador mamelonado, galanperna puntadun.


Lepiota: Από τις Ελληνικές λέξεις λεπίς και ώτα. Το όνομα αναφέρεται στα καφέ λέπια του καπέλου που μοιάζουν με αυτιά (Δ. Κελτεμλίδης).
Makrolepiota: Μεγάλη Lepiota.
Mastoidea: Από την ελληνική λέξη μαστός, αναφέρεται στην χαρακτηριστική θηλή του καπέλου του.

Η Μακρολεπιότα η μαστοειδής, όπως λέγεται στα ελληνικά το είδος Macrolepiota mastoidea, ανήκει στο γένος Macrolepiota, και είναι ένα αρκετά συνηθισμένο φαγώσιμο είδος, που συναντάμε αυτήν την εποχή στην Ήπειρο.
Το καπέλο του στην αρχή είναι αυγόμορφο ενώ στην ωριμότητα γίνεται επίπεδο.
Έχει διάμετρο 5- 15 εκατοστά, το χρώμα του είναι καφέ σε λευκό - κρέμ φόντο. Στο κέντρο του καπέλου υπάρχει μια χαρακτηριστική καφέ θηλή, η οποία αποτελεί και χαρακτηριστικό γνώρισμα του μανιταριού.
Η σάρκα του είναι λευκή και έχει λευκά έως κρεμ ελάσματα στο κάτω μέρος του καπέλου.
Έχει διπλό λευκό δαχτυλίδι το οποίο είναι μετακινούμενο στο πόδι του μανιταριού.
Το πόδι του είναι μακρύ κυλινδρικό, βολβώδες στην βάση. Έχει χαρακτηριστικές φολίδες ανοιχτού καφέ χρώματος σε κρεμ ή λευκό φόντο.
 
Macrolepiota mastoidea (Fr.) Singer
 
Το συναντάμε σε χορτολιβαδικές εκτάσεις, σε περιοχές με γρασίδι, σε δάση, στην άκρη δρόμων.
Βρίσκεται σε πολλές χώρες του κόσμου (Ευρώπη, Αμερική, Αφρική, Ωκεανία).
Μοιάζει στην εμφάνιση με την Macrolepiota procera, (αν και μικρότερη στο μέγεθος), με την Macrolepiota excoriata, την Macrolepiota konradii, και την Macrolepiota gracilenta.

Χρειάζεται πολλή προσοχή, ειδικά από άπειρους μανιταροσυλλέκτες, διότι οι Μακρολεπιότες έχουν ομοιότητες με τα είδη του γένους Lepiota, κάποια από τα οποία είναι θανατηφόρα, (L. brunneoincarnata, L. helveola, L. pseudolilaceae, L. castanea, L. subincarnata).

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι όλα τα φαγώσιμα μανιτάρια δεν πρέπει να μαζεύονται χωρίς την παρουσία ενός ειδικού μανιταροσυλλέκτη.